Η ΜΙΚΡΗ ΜΑΣ ΠΟΛΗ
ΜΙΚΡΟΠΟΛΗ ΔΡΑΜΑΣ
Τετάρτη 31 Δεκεμβρίου 2014
Τετάρτη 5 Ιουνίου 2013
Πέμπτη 31 Ιανουαρίου 2013
Πέμπτη 6 Δεκεμβρίου 2012
Ποιοι είναι οι θεολόγοι της Εκκλησίας; (Ι.Ρωμανίδης)
«...επαγωνίζεσθαι τη άπαξ παραδοθείση τοις αγίοις πίστει...» (Ιούδας 3)
«Ποιοι είναι τώρα οι θεολόγοι της Εκκλησίας; Είναι μόνο εκείνοι που έφθασαν στην θεωρία. Η θεωρία συνίσταται στην φώτισι και στην θέωσι.
Η φώτισις είναι μία κατάστασις αδιάλειπτος, που υπάρχει εν ενεργεία όλο
το ημερονύκτιο, ακόμη και κατά τον ύπνο. Ενώ η θέωσις είναι μία
κατάστασις κατά την οποίαν βλέπει κάποιος την δόξαν του Θεού, και η
οποία διαρκεί όσο θέλει ο Θεός.
Ένας φωτισμένος μπορεί να μη φθάση ποτέ σε θέωσι. Ο Θεός, που την χαρίζει, κρίνει αν είναι απαραίτητο να οδηγήση έναν φωτισμένο σε θέωσι. Και το ότι δεν οδηγεί κάποιον σε θέωση μπορεί να σημαίνη ότι έτσι χωρίς αυτήν δηλαδή, θα είναι καλύτερα για την ψυχή του, διότι σε εναντία περίπτωσι η θέωσις μπορούσε να τον έβλαπτε, π.χ. να τον οδηγούσε σε υπερηφάνεια. Δηλαδή ο Θεός οδηγεί κάποιον σε θέωσι, όταν δεν κινδυνεύη πνευματικά και όταν του είναι απαραίτητο είτε για να τον στηρίξη είτε για να τον δυναμώση είτε για να τον προετοιμάση για κάποια αποστολή.
Έτσι η εμπειρία της θεώσεως δεν είναι αυτόματη. Δεν μπορεί δηλαδή ένας φωτισμένος να την αποκτήση. Ένας φωτισμένος μάλλον αποφεύγει να την ζητήση από τον Θεό. Όταν όμως την έχει ανάγκη, ο Θεός συγκαταβαίνει και την δίνει, του δείχνει δηλαδή την δόξα Του, το άκτιστο Φως Του. Π.χ. ένας ασκητής ζη στην έρημο, σε απομόνωσι από τους ανθρώπους και με πολλές στερήσεις· και τούτο για την αγάπη του Θεού. Τότε, εφ’ όσον έχη καθαρθή, έρχεται το Πνεύμα το Άγιο και τον παρηγορεί και του χαρίζει εμπειρίες θεώσεως.
Ένας φωτισμένος μπορεί να μη φθάση ποτέ σε θέωσι. Ο Θεός, που την χαρίζει, κρίνει αν είναι απαραίτητο να οδηγήση έναν φωτισμένο σε θέωσι. Και το ότι δεν οδηγεί κάποιον σε θέωση μπορεί να σημαίνη ότι έτσι χωρίς αυτήν δηλαδή, θα είναι καλύτερα για την ψυχή του, διότι σε εναντία περίπτωσι η θέωσις μπορούσε να τον έβλαπτε, π.χ. να τον οδηγούσε σε υπερηφάνεια. Δηλαδή ο Θεός οδηγεί κάποιον σε θέωσι, όταν δεν κινδυνεύη πνευματικά και όταν του είναι απαραίτητο είτε για να τον στηρίξη είτε για να τον δυναμώση είτε για να τον προετοιμάση για κάποια αποστολή.
Έτσι η εμπειρία της θεώσεως δεν είναι αυτόματη. Δεν μπορεί δηλαδή ένας φωτισμένος να την αποκτήση. Ένας φωτισμένος μάλλον αποφεύγει να την ζητήση από τον Θεό. Όταν όμως την έχει ανάγκη, ο Θεός συγκαταβαίνει και την δίνει, του δείχνει δηλαδή την δόξα Του, το άκτιστο Φως Του. Π.χ. ένας ασκητής ζη στην έρημο, σε απομόνωσι από τους ανθρώπους και με πολλές στερήσεις· και τούτο για την αγάπη του Θεού. Τότε, εφ’ όσον έχη καθαρθή, έρχεται το Πνεύμα το Άγιο και τον παρηγορεί και του χαρίζει εμπειρίες θεώσεως.
Ένας αληθινός
ασκητής δεν είναι ποτέ μόνος του, αλλά τουλάχιστον έχει μέσα στην καρδιά
του το Πνεύμα το Άγιο, που προσεύχεται αδιαλείπτως μέσα του και του
κάνει παρέα στην φαινομενική μοναξιά του. Αυτή είναι η κατάστασις
φωτισμού. Όταν όμως το ίδιο το Άγιο Πνεύμα κρίνη ότι πρέπει, τότε του
χαρίζει κατά διαστήματα και την εμπειρία της θεώσεως, όταν χρειάζεται
και εφ’ όσον είναι για το καλό του, π.χ. για να τον δυναμώση μετά από
μία δαιμονική επίθεσι. Αυτά φαίνονται καθαρά στους βίους των αγίων. Σ’
αυτά λοιπόν τα δύο στάδια θεωρίας, στον φωτισμό και στην θέωσι, η γνώσις του Θεού είναι καθαρά εμπειρική. Δεν είναι γνώσις μεταφυσική, δηλαδή αποτέλεσμα φιλοσοφικού στοχασμού».
«Εδώ τώρα έχομε το βασικό κλειδί της Πατερικής παραδόσεως: Ο θεολογών βρίσκεται στην κατάστασι του φωτισμού και θεολογεί βάσει της κατατεθειμένης εμπειρίας των θεουμένων (Παλαιά και Καινή Διαθήκη και κείμενα των Πατέρων της Εκκλησίας). Προσεύχεται επίσης βάσει της κατατεθειμένης εμπειρίας των θεουμένων. Έτσι εξηγείται το γιατί η πιο σπουδαία προσευχή της Εκκλησίας είναι οι Ψαλμοί του Δαυΐδ. Οι Ψαλμοί είναι το θεμέλιο της Λειτουργικής ζωής της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Μετά έχομε τις πνευματικές ωδές, τους ύμνους κλπ, για τα οποία ομιλεί ο απόστολος Παύλος.
Όλα αυτά μαζί είναι η υποδομή της Λειτουργικής ζωής της Εκκλησίας, η οποία χειραγωγεί και προετοιμάζει τον άνθρωπο, ώστε να έλθη στην κατάστασι φωτισμού, εφ’ όσον αγωνισθή και καθαρισθή από τα πάθη του. Και, όταν έλθη στην κατάστασι φωτισμό, ο άνθρωπος χρησιμοποιεί αυτές τις ευχές, τους ύμνους και τις προσευχές που ακούει στην εκκλησία. Δηλαδή το Πνεύμα το Άγιο προσεύχεται μέσα στον άνθρωπο στην κατάστασι φωτισμού με τις ευχές και προσευχές της Λειτουργικής παραδόσεως. Και, όταν κανείς βρίσκεται σ’ αυτήν την κατάστασι του φωτισμού, τότε θεολογεί. Όχι απλώς βάσει της προσωπικής του εμπειρίας, αλλά βάσει προσωπικής εμπειρίας, στην οποία όμως συμμαρτυρεί το Πνεύμα το Άγιο.
Οπότε τώρα βάσει αυτής της βεβαιότητας μελετά τα συγγράμματα των θεουμένων, που είναι η Παλαιά Διαθήκη, η Καινή Διαθήκη, τα Πατερικά κείμενα, τα Πρακτικά των Συνόδων της Εκκλησίας, οι βίοι και οι λόγοι των Αγίων, τα Λειτουργικά κείμενα της Εκκλησίας και τότε μπορεί και κάνει πλέον σωστή ερμηνεία. Και, αν τύχη και ο ίδιος να έχη την εμπειρία της θεώσεως, τότε μπορεί όχι μόνον να ερμηνεύη σωστά, αλλά και να θεολογή σωστά, οπότε και γίνεται θεολόγος της Εκκλησίας.
Άρα υπάρχει μία βασική διαφορά μεταξύ εκείνου που έχει φθάσει στην θέωσι, που είναι ο αληθινός θεολόγος, και του θεολογούντος, εκείνου δηλαδή που είναι στην κατάστασι φωτισμού, έστω και αν έχη και αυτός μία μικρή γεύσι από την εμπειρία της θεώσεως.
Οπότε θεολογεί ο θεολόγος, αλλά θεολογούν και οι θεολογούντες. Επειδή όμως θεολογούν και οι θεολογούντες, αυτό δεν σημαίνει ότι είναι θεολόγοι. Θεολόγος κατά κυριολεξίαν θα γίνη, όταν φθάση στην κατάστασι της θεώσεως και δη τον Χριστόν εν δόξη, οπότε του αποκαλύπτεται όλη η αλήθεια, όση μπορεί ο άνθρωπος να γνωρίση σ’ αυτήν την ζωή. Διότι ο Χριστός είναι η Αλήθεια, η οποία είναι ενυπόστατη.
Μέχρις ότου λοιπόν γίνη θεούμενος, είναι απλώς θεολογών, δηλαδή φοιτητής της Θεολογίας. Πτυχιούχος αυτής της Θεολογίας είναι ο θεούμενος.
Σήμερα βέβαια πτυχιούχοι της θεολογίας είναι όσοι έχουν πάρει ένα πτυχίο Θεολογικής Σχολής κάποιου Πανεπιστημίου. Αυτοί αυτοαποκαλούνται θεολόγοι, όμως δεν έχουν καμία σχέσι με τους όντως θεολόγους, της Πατερικής παραδόσεως. Ως προς το ποιος είναι κατά αλήθειαν θεολόγος, αν κανείς χρησιμοποιήση τα κριτήρια του αποστόλου Παύλου ως και των Πατέρων της Εκκλησίας, π.χ. του αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου, τότε θα δη ότι η σημερινή μοντέρνα Ορθόδοξη Θεολογία, που είναι επηρεασμένη από την Ρωσική Θεολογία, δεν είναι Πατερική Θεολογία, αλλά μία παραμόρφωσις της Πατερικής θεολογίας, διότι γράφτηκε από ανθρώπους, που δεν είχαν τις παραπάνω πνευματικές προϋποθέσεις. Μόνο λοιπόν αν χρησιμοποιήση κανείς αυστηρά επιστημονικά κριτήρια, μπορεί να αποκτήση κάποια αντικειμενικότητα στην έρευνα και στα συμπεράσματά του».
(Πατερική Θεολογία, Ι. Ρωμανίδης).
«Εδώ τώρα έχομε το βασικό κλειδί της Πατερικής παραδόσεως: Ο θεολογών βρίσκεται στην κατάστασι του φωτισμού και θεολογεί βάσει της κατατεθειμένης εμπειρίας των θεουμένων (Παλαιά και Καινή Διαθήκη και κείμενα των Πατέρων της Εκκλησίας). Προσεύχεται επίσης βάσει της κατατεθειμένης εμπειρίας των θεουμένων. Έτσι εξηγείται το γιατί η πιο σπουδαία προσευχή της Εκκλησίας είναι οι Ψαλμοί του Δαυΐδ. Οι Ψαλμοί είναι το θεμέλιο της Λειτουργικής ζωής της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Μετά έχομε τις πνευματικές ωδές, τους ύμνους κλπ, για τα οποία ομιλεί ο απόστολος Παύλος.
Όλα αυτά μαζί είναι η υποδομή της Λειτουργικής ζωής της Εκκλησίας, η οποία χειραγωγεί και προετοιμάζει τον άνθρωπο, ώστε να έλθη στην κατάστασι φωτισμού, εφ’ όσον αγωνισθή και καθαρισθή από τα πάθη του. Και, όταν έλθη στην κατάστασι φωτισμό, ο άνθρωπος χρησιμοποιεί αυτές τις ευχές, τους ύμνους και τις προσευχές που ακούει στην εκκλησία. Δηλαδή το Πνεύμα το Άγιο προσεύχεται μέσα στον άνθρωπο στην κατάστασι φωτισμού με τις ευχές και προσευχές της Λειτουργικής παραδόσεως. Και, όταν κανείς βρίσκεται σ’ αυτήν την κατάστασι του φωτισμού, τότε θεολογεί. Όχι απλώς βάσει της προσωπικής του εμπειρίας, αλλά βάσει προσωπικής εμπειρίας, στην οποία όμως συμμαρτυρεί το Πνεύμα το Άγιο.
Οπότε τώρα βάσει αυτής της βεβαιότητας μελετά τα συγγράμματα των θεουμένων, που είναι η Παλαιά Διαθήκη, η Καινή Διαθήκη, τα Πατερικά κείμενα, τα Πρακτικά των Συνόδων της Εκκλησίας, οι βίοι και οι λόγοι των Αγίων, τα Λειτουργικά κείμενα της Εκκλησίας και τότε μπορεί και κάνει πλέον σωστή ερμηνεία. Και, αν τύχη και ο ίδιος να έχη την εμπειρία της θεώσεως, τότε μπορεί όχι μόνον να ερμηνεύη σωστά, αλλά και να θεολογή σωστά, οπότε και γίνεται θεολόγος της Εκκλησίας.
Άρα υπάρχει μία βασική διαφορά μεταξύ εκείνου που έχει φθάσει στην θέωσι, που είναι ο αληθινός θεολόγος, και του θεολογούντος, εκείνου δηλαδή που είναι στην κατάστασι φωτισμού, έστω και αν έχη και αυτός μία μικρή γεύσι από την εμπειρία της θεώσεως.
Οπότε θεολογεί ο θεολόγος, αλλά θεολογούν και οι θεολογούντες. Επειδή όμως θεολογούν και οι θεολογούντες, αυτό δεν σημαίνει ότι είναι θεολόγοι. Θεολόγος κατά κυριολεξίαν θα γίνη, όταν φθάση στην κατάστασι της θεώσεως και δη τον Χριστόν εν δόξη, οπότε του αποκαλύπτεται όλη η αλήθεια, όση μπορεί ο άνθρωπος να γνωρίση σ’ αυτήν την ζωή. Διότι ο Χριστός είναι η Αλήθεια, η οποία είναι ενυπόστατη.
Μέχρις ότου λοιπόν γίνη θεούμενος, είναι απλώς θεολογών, δηλαδή φοιτητής της Θεολογίας. Πτυχιούχος αυτής της Θεολογίας είναι ο θεούμενος.
Σήμερα βέβαια πτυχιούχοι της θεολογίας είναι όσοι έχουν πάρει ένα πτυχίο Θεολογικής Σχολής κάποιου Πανεπιστημίου. Αυτοί αυτοαποκαλούνται θεολόγοι, όμως δεν έχουν καμία σχέσι με τους όντως θεολόγους, της Πατερικής παραδόσεως. Ως προς το ποιος είναι κατά αλήθειαν θεολόγος, αν κανείς χρησιμοποιήση τα κριτήρια του αποστόλου Παύλου ως και των Πατέρων της Εκκλησίας, π.χ. του αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου, τότε θα δη ότι η σημερινή μοντέρνα Ορθόδοξη Θεολογία, που είναι επηρεασμένη από την Ρωσική Θεολογία, δεν είναι Πατερική Θεολογία, αλλά μία παραμόρφωσις της Πατερικής θεολογίας, διότι γράφτηκε από ανθρώπους, που δεν είχαν τις παραπάνω πνευματικές προϋποθέσεις. Μόνο λοιπόν αν χρησιμοποιήση κανείς αυστηρά επιστημονικά κριτήρια, μπορεί να αποκτήση κάποια αντικειμενικότητα στην έρευνα και στα συμπεράσματά του».
(Πατερική Θεολογία, Ι. Ρωμανίδης).
Τετάρτη 5 Δεκεμβρίου 2012
ΚΙΣΙΩΤΗ ΣΤΕΦΑΝΟΥ:Ο ΑΝΑΖΗΤΟΥΜΕΝΟΣ ΥΠΟ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΘΕΑΝΘΡΩΠΟΣ
Στην Ιστορία των Θρησκευμάτων η προσδοκία
για τον ερχομό του Θεανθρώπου είναι παγκόσμια. Κι αυτό συνέβη, επειδή
ήταν αδύνατο οι άνθρωποι μόνοι τους, με τις δυνάμεις που διέθεταν, να
γνωρίσουν τον Ένα Θεό και να ενωθούν μαζί Του. Γι’ αυτό μέσα στους
αιώνες ο Θεός ήταν Αναζητούμενος από τους λαούς του κόσμου. Αυτό
πιστοποιείται από τη διαχρονική μονοθεϊκή ή μονοθεϊζουσα ανάταση της
ανθρωπότητας κι από την έντονη λυτρωτική νοσταλγία που υπήρχε.
Μέσω της Εθνολογίας και της Θρησκειολογίας έχει αποδειχθεί ότι η πίστη
αυτή οφείλεται σε αρχαία κληρονομηθείσα θρησκευτική εμπειρία. Όμως η
προσπάθεια που έκαναν οι άνθρωποι μέσα στους αιώνες, για να γνωρίσουν
τον αληθινό Θεό, απέβη άκαρπη. Η αληθινή Θεογνωσία παρέμενε μόνο
νοσταλγία. Δεν κατόρθωσαν οι άνθρωποι χρησιμοποιώντας τις δυνάμεις τους
να φθάσουν τον Άφθαστο. Η λυτρωτική αυτή νοσταλγία παρέμενε
ανεκπλήρωτη. Γι’ αυτό ούτε λύτρωση υπήρχε ούτε θεός λυτρωτής στα
προχριστιανικά και εξωχριστιανικά θρησκεύματα.
Μπροστά σ’ αυτό το αδιέξοδο μόνο μια λύση απέμενε: Η κάθοδος προς τους
ανθρώπους αυτού του ίδιου του Αναζητούμενου και Μοναδικού, του Ενός
Θεού. Γράφει ο ιερός Χρυσόστομος, «Επειδή η ανθρωπότητα δεν μπορούσε ν’
ανέβει στους ουρανούς, κατέβηκε ο Θεός σε μας[1]…γι’ αυτό φόρεσε σάρκα, για να μπορέσω να διαλεχθώ μαζί Του[2]».
Κι ο Μέγας Βασίλειος συμπληρώνοντας τη σκέψη αυτή γράφει: « Άλλη
διόρθωση στη ζωή των ανθρώπων δεν μπορούσε να γίνει, παρά μονάχα με την
ενανθρώπηση του Λόγου του Θεού[3]».
Οι «θεοφάνιες» στους αρχαίους Έλληνες και ο Θεάνθρωπος.
Η παγκόσμια θεανθρωπική προσδοκία
υπήρξε τόσο έντονη, ώστε οι άνθρωποι έπλαθαν με τη φαντασία τους
ανύπαρκτους θεανθρώπους, δηλαδή μη ιστορικές, τελείως πλασματικές και
φανταστικές μορφές θεανθρώπων.
Στον αρχαίο ελληνικό κόσμο εμφανίζεται με έντονο τρόπο και παρουσιάζεται με πολλές μαρτυρίες από πολλούς η προσδοκία αυτή.
Το κύριο γνώρισμα από τη Μινωική θρησκεία και τα Ομηρικά έπη έως και
τα χρόνια της Καινής Διαθήκης είναι η συναναστροφή των θεών και των
ανθρώπων και η μεταξύ τους εγγύτητα και εξοικείωση. Θεοί και άνθρωποι
συνεργάζονται, ενεργούν από κοινού, αλλά και αντιμάχονται. Οι θεοί
παριστάνονται με μορφή ανθρώπων. Με χαρίσματα και πάθη ανθρώπινα.
Εμφανίζονται στους ανθρώπους και συνομιλούν μαζί τους με έντονη
Θεοφάνια. Χαρακτηριστικό είναι ότι τη λύση στις τραγωδίες την έδινε «ο
από μηχανής θεός».
Ο
Ιαμβλίχος μας διασώζει την πληροφορία, ότι τον Πυθαγόρα στη Νότιο
Ιταλία τον θεωρούσαν θεό. ΄Αλλοι ως τον Πύθιο Απόλλωνα κι άλλοι ως τον
Παιάνα. «Άλλοι δε θεωρώντας τον έναν από τους Ολύμπιους θεούς ...που
φάνηκε με ανθρώπινη μορφή στους ανθρώπους τότε..[4].».
Ο Ευριπίδης στην τραγωδία του «Βάκχες» βάζει το θεό Διόνυσο να λέει:
«Αφού προσέλαβα ανθρώπινη μορφή απ’ το θεό, προσήλθα[5]». Και λίγο πιο κάτω: «…άλλαξα τη φύση μου μ’ εκείνη του θνητού, μετέβαλα τη μορφή μου όμοια με άνδρα[6]».
Αλλά και στα χρόνια της Καινής Διαθήκης διασώζεται η διαχρονική πίστη
στην ενανθρώπηση των θεών. Όταν οι απόστολοι Παύλος και Βαρνάβας
επισκέφτηκαν τα Λύστρα της Λυκαονίας και ο Παύλος θεράπευσε έναν «εκ
γενετής χωλό», οι κάτοικοι των Λύστρων «επήραν την φωνήν αυτών
Λυκαονιστί λέγοντες, οι θεοί ομοιωθέντες ανθρώποις κατέβησαν προς ημάς…[7]».
Κι όσο ο χρόνος περνούσε, μένοντας ανικανοποίητοι οι Έλληνες από την
«παρουσία» των φανταστικών θεών, προσδοκούσαν και προανήγγελλαν τον
ερχομό του Αναζητούμενου σωτήρα και λυτρωτή Θεού, ως Θεανθρώπου.
Ο προφητικός λόγος του Αισχύλου.
Παρακολουθώντας τον ποιητικό
λόγο και τη φιλοσοφική σκέψη των αρχαίων Ελλήνων βλέπουμε εντυπωσιακά
στοιχεία σχετικά με το θέμα που εξετάζουμε.
Ο Αισχύλος στην τραγωδία του «Προμηθέας Δεσμώτης[8]» χρησιμοποιεί κυριολεκτικά προφητικό λόγο για την έλευση του λυτρωτή και μας αφήνει εκστατικούς.
Ο Προμηθέας βρίσκεται καρφωμένος πάνω σ’ ένα βράχο του Καυκάσου,
τιμωρημένος από τους θεούς, κι ένας γύπας έρχεται και του τρώει τα
σωθικά. Στη μαρτυρική αυτή κατάσταση προλέγει πως ο λυτρωτής του θα
είναι τέκνο της Ιούς και του Δία. Θα είναι υιός θεού και υιός παρθένου,
δηλαδή θεάνθρωπος. «Θα κάνει γάμο ο Δίας, που θα τον μετανιώσει…. Ποιος
θα σε λυτρώσει από το Δία; (ρωτάει η Ιώ) Κάποιος απόγονός σου πρέπει να
’ναι. (η Ιώ)Πώς είπες; Δικός μου γιος θα σ’ απαλλάξει; Ναι.».
Στη συνέχεια ο Προμηθέας προαναγγέλλει ότι ο θεάνθρωπος αυτός θα
καταλύσει το κράτος του Δία και θα αφανίσει τη δύναμή του. «Έχει την
ανάγκη μου ο Δίας, για να του φανερώσω τη νέα απόφαση που έρχεται, απ’
την οποία και σκήπτρο και τιμές θα χάσει…. Θα του γεννήσει τέκνο (η Ιώ)
πιο τρανό απ’ αυτόν….Θα βγει απ’ τα σπλάχνα της γενναίος, τοξότης
ξακουστός που θα με λύσει..». Συζητώντας δε ο Προμηθέας με τον Ερμή, ο
τελευταίος του αποκαλύπτει ότι το τέλος του μαρτυρίου του θα έρθει, όταν
κάποιος θεός πάρει τη θέση του και κατεβεί στ’ ανήλια τάρταρα του Άδη
με τη θέλησή του και τον ελευθερώσει. «Τέλος του μαρτυρίου σου να μην
προσμένεις, προτού κάποιος θεός τα πάθη σου αναλάβει και στο σκοτεινό θα
πάει κάτω, με τη δική του θέληση, τον Άδη, και στού Τάρταρου τ’ ανήλια
βάθη[9]».
Και προχωρώντας λίγο ακόμη αποκαλύπτει στην Ιώ, πότε θα γίνουν όλ’
αυτά. «Στην Τρίτη γενεά μετά απ’ τις δέκα». Δηλαδή μετά από 455 χρόνια,
από τότε που γράφτηκε η τραγωδία[10]!!
Πραγματικά μένει κατάπληκτος κανείς μ ’αυτή την προφητική διατύπωση του
Αισχύλου. Νομίζει πως διαβάζει τον προφήτη Ησαΐα.
Περιμένοντας ο Σωκράτης τον Αναμενόμενο δάσκαλο.
Η έντονη
προσδοκία των αρχαίων Ελλήνων για τον ερχομό του Θεανθρώπου εμφανίζεται
διαυγέστερα και διδάσκεται πληρέστερα από το Σωκράτη.
Στην Απολογία του που μας διέσωσε ο Πλάτωνας, απευθυνόμενος στους
δικαστές του λέει: «…στην υπόλοιπη ζωή σας θα πέφτατε σε βαθύ ύπνο, αν ο
θεός, από ενδιαφέρον για σας, δεν έστελνε για σας κάποιον άλλον να σας
διδάξει[11]».
Κατά το Σωκράτη ο προσδοκώμενος θεάνθρωπος θα δημιουργήσει μια περίοδο
αφύπνισης και εγρήγορσης. Θα είναι δικαιότατος, όμως θα θεωρηθεί
άδικος. Γι’ αυτό θα ταπεινωθεί και θα οδηγηθεί σε μαρτυρικό θάνατο. Όπως
επισημαίνει στην «Πολιτεία» του ο Πλάτωνας, θα ανασκολοπιστεί, θα
κρεμασθεί επί ξύλου υψηλού.
«Θα
τον απογυμνώσουν απ’ όλα εκτός από τη δικαιοσύνη…με την οποία θα μείνει
σταθερά δεμένος μέχρι το θάνατο. Άδικο θα τον θεωρήσουν, αν και θα είναι
δίκαιος... Έτσι ζώντας ο δίκαιος θα μαστιγωθεί,… θα πυρακτωθούν οι
οφθαλμοί του, και αφού υποστεί όλες τις ταπεινώσεις, θα ανασκολοπιστεί
και θα πεθάνει[12]».
Το ίδιο καταπληκτική είναι και η στιχομυθία ανάμεσα στο Σωκράτη και τον
Αλκιβιάδη που αναφέρεται στο θέμα της προσευχής.
Ο Σωκράτης επισημαίνει ότι οι άνθρωποι δε γνωρίζουν το πραγματικό τους
συμφέρον και γι’ αυτό κατά την προσευχή τους ζητούν και πράγματα που
βλάπτουν και τους ίδιους και τους άλλους. Για να είναι όμως
αποτελεσματική η προσευχή, πρέπει να προσφέρεται από ευσεβή και δίκαιη
ψυχή. Γι’ αυτό ο Σωκράτης λέει πως η επικοινωνία με το θεό δεν είναι
εύκολη και απλή. «Είναι ανάγκη, τονίζει, να περιμένουμε μέχρι να μας
διδάξει κάποιος, πώς να συμπεριφερόμαστε προς το θεό και τους ανθρώπους[13]».
Ο Αλκιβιάδης τότε ρωτάει: «Πες μου, Σωκράτη, πότε θα έρθει αυτός ο χρόνος, και ποιος είναι αυτός που θα μας διδάξει; Γιατί με μεγάλη χαρά θα’ θελα να δω αυτόν τον άνθρωπο ποιος είναι».
Κι ο Σωκράτης του απαντά: «Αυτός που νοιάζεται και για σένα».
Υπάρχει κάποιος δάσκαλος, του λέει, που πρόκειται να έρθει. Αυτός ο Αναμενόμενος δάσκαλος ενδιαφέρεται για όλους τους ανθρώπους και για τον καθένα ξεχωριστά, όπως είναι ο Αλκιβιάδης.
Ενθουσιασμένος από το λόγο αυτό ο Αλκιβιάδης, λέει: «Ας αφαιρέσει από
πάνω μου την ομίχλη που με σκεπάζει ή ό,τι άλλο θέλει. Γιατί εγώ έχω
ετοιμαστεί να μην αποφύγω τίποτε απ’ όσα εκείνος προστάζει, όποιος κι αν
είναι, αν πρόκειται να γίνω καλύτερος».
Ανταποκρινόμενος ο Σωκράτης στον ενθουσιασμό του Αλκιβιάδη ανταπαντά:
«Είναι βέβαιο ότι θα επιδείξει αξιοθαύμαστη φροντίδα και για σένα».
Κι ενώ ετοιμάζονταν να προσφέρουν θυσία στους θεούς, μετά απ’ αυτή τη
συνομιλία, ο Αλκιβιάδης προτείνει να αναβάλλουν την προσφορά της θυσίας
«εις τότε», δηλαδή μέχρι το χρόνο κατά τον οποίο ο Αναμενόμενος Δάσκαλος
θα διδάξει τους ανθρώπους, πώς πρέπει να προσεύχονται. Κι ο Σωκράτης
συμφωνεί ν’ αναβάλλουν τις θυσίες. Συμπερασματικά τότε ο Αλκιβιάδης
παρατηρεί: «Στους θεούς, τους στεφάνους και τ’ άλλα απαραίτητα, θα τα
προσφέρουμε τότε, όταν εκείνη η ημέρα φθάσει. Θα έρθει σύντομα, επειδή το θέλουν οι θεοί».
Γνωρίζοντας αυτά τα κείμενα ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς, τον 2ο μ. Χ. αιώνα, αναφωνεί: «Θεωρώ πως δεν ήταν δυνατόν οι Έλληνες να μιλήσουν σαφέστερα για το Σωτήρα μας[14]».
Μπροστά στην αδυναμία των ανθρώπων να υπερβούν τον εαυτό τους, τα πάθη,
τις αδυναμίες και την άγνοιά τους, ώστε να γνωρίσουν το Θεό και να
ενωθούν μαζί Του, η αγάπη και η πρόνοιά Του προετοίμασε τον κόσμο
ολόκληρο και ιδιαίτερα το λαό των Ελλήνων δια του ποιητικού λόγου και της φιλοσοφίας,
ώστε , όταν θα ερχόταν, να γίνει γνωστός και αποδεκτός. Ο Θεός «ουκ
αμάρτυρον εαυτόν αφήκεν». Με τον «σπερματικό του λόγο» ετοίμασε τους
ειδωλολάτρες, όπως επισημαίνει ο άγιος Ιουστίνος, ο φιλόσοφος και
μάρτυρας τον 2ο μ.Χ. αιώνα, να Τον δεχθούν και να Τον
πιστέψουν, όπως οι προφήτες το λαό του Ισραήλ. Κι όταν «ήλθε το πλήρωμα
του χρόνου…, εκένωσεν εαυτόν…, και ο Λόγος σαρξ εγένετο και εσκήνωσεν εν
ημίν και εθεασάμεθα την δόξαν αυτού… και εγενόμεθα υιοί του Θεού του
Υψίστου… και … κοινωνοί θείας φύσεως».
[1] Migne EΠ 52 σελ. 405
[2] » » 452
[3] » » ΕΠ 30 σελ. 461
[4] Ιάμβλιχος, περί του Πυθαγόρου βίου 6,30
[5] Ευριπίδου, Βάκχαι 4 εξής
[6] » » » » 53 εξής
[7] Πράξεις 14,8-18
[8] Αισχύλου, Προμηθέας Δεσμώτης, στ.772 εξής…834 εξής…848 εξής…908εξής…920 εξής
[9] » » » » στ. 1026 εξής
[10] » » » » στ. 774
[11] Πλάτωνος, Απολογία Σωκράτους 18 (31 Α)
[13]Πλάτωνος, Αλκιβιάδης Δεύτερος (150 D .. εξής)
1. [14]Migne EΠ 52 σελ. 405
2. [14] » » 452
3. [14] » » ΕΠ 30 σελ. 461
- [14] Ιάμβλιχος, περί του Πυθαγόρου βίου 6,30
5. [14] Ευριπίδου, Βάκχαι 4 εξής
6. [14] » » » » 53 εξής
7. [14] Πράξεις 14,8-18
8. [14] Αισχύλου, Προμηθέας Δεσμώτης, στ.772 εξής…834 εξής…848 εξής…908εξής…920 εξής
9. [14] » » » » στ. 1026 εξής
- [14] » » » » στ. 774
11. [14] Πλάτωνος, Απολογία Σωκράτους 18 (31 Α)
12. [14] Πλάτωνος, Πολιτεία Β΄, (361C-362A)
- [14]Πλάτωνος, Αλκιβιάδης Δεύτερος (150 D .. εξής)
- [14] Στρωματείς 5,13, σε Migne ΕΠ 9, σελ. 125Β
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)



